σέλμα

το, ΝΑ
κάθισμα κωπηλάτη, κν. μπάγκος («ἀλλὰ σέλμασιν νεῶν ἐπενθορόντες.... δρασμῷ κρυφαίῳ βίοτον ἐκσωσοίατο», Αισχύλ.)
αρχ.
1. κατάστρωμα πλοίου
2. συνεκδ. πλοίο, σκάφος
3. (γενικά) κάθισμα, έδρανο
4. (κατ' επέκτ.) κάθε ξύλινο κατασκεύασμα
5. στον πληθ. τὰ σέλματα
η δομική ξυλεία
6. φρ. «σέλματα πύργων» — ξύλινα ικριώματα πίσω από τις επάλξεις, πάνω στα οποία στέκονταν οι μαχητές που υπεράσπιζαν το τείχος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. σελίδα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σέλμα — the upper planking of a ship neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λάγκερλεφ, Σέλμα Οτιλιάνα Λοβίζα — (Selma Ottiliana Lovisa Lagerlöf, Μέρμπακα 1858 – 1940). Σουηδή συγγραφέας. Η Λ. εμπνεόταν τα θέματα της πλούσιας λογοτεχνικής της παραγωγής από παλιές ιστορίες και οικογενειακές αναμνήσεις μύθων και θρύλων της Βέρμλαντ. Η αξεπέραστη αφηγηματική… …   Dictionary of Greek

  • σελμάτων — σέλμα the upper planking of a ship neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέλμασι — σέλμα the upper planking of a ship neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέλμασιν — σέλμα the upper planking of a ship neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέλματα — σέλμα the upper planking of a ship neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέλματι — σέλμα the upper planking of a ship neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέλματος — σέλμα the upper planking of a ship neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σουηδία — Κράτος της Βόρειας Ευρώπης μεταξύ της Φινλανδίας και της Νορβηγίας.H Σουηδία (Konungariket Sverige) είναι η μεγαλύτερη από τις σκανδιναβικές χώρες. Tα σύνορά της, που καθορίστηκαν μόνιμα με το Σύμφωνο της Bιέννης (1815), ορίζονται φυσικά από την… …   Dictionary of Greek

  • σέλμαθ' — σέλματα , σέλμα the upper planking of a ship neut nom/voc/acc pl σέλματι , σέλμα the upper planking of a ship neut dat sg σέλματε , σέλμα the upper planking of a ship neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.